Η συντήρηση μιας εικόνας του 16ου αι. με τον άγιο Νικόλαο | Α Greek icon of St. Nicholas.

Ελληνική η παράσταση, άγνωστη η προέλευση, βενετσιάνικο το πλαίσιο, ματαιωμένη(:) η πρώτη παραγγελία και ο δεύτερος(;) ζωγράφος… βιαστικός! Η συντήρηση μιας ταξιδεμένης εικόνας του 16ου αι. με τον άγιο Νικόλαο, γρίφοι τεσσάρων αιώνων και σύγχρονα σενάρια…

Το ιδιαίτερο αυτό έργο, μια εικόνα του Αγίου Νικολάου σε περίτεχνο, ξυλόγλυπτο πλαίσιο (διαστ.38 x 30 x 3 εκ.), συντηρήθηκε στα εργαστήρια του μουσείου, σε δύο φάσεις: Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 2015, είχε ως στόχο να διασώσει το έργο από την κατάρρευση: το αποσαθρωμένο ξύλο εμποτίστηκε και απεντομώθηκε, τα αποχωρισμένα λεπτά του τμήματά ενισχύθηκαν, συγκολλήθηκαν και εν τέλει προσαρμόσθηκαν σε ένα σταθερό αδρανές υπόβαθρο, από plexiglass, μέσω ενός σύνθετου συστήματος περικοχλίων και ελατηρίων πιέσεως, που τα συγκρατεί στη σωστές θέσεις. Στη δεύτερη επέμβαση που έγινε το 2017, στερεώθηκαν τα αποκολλημένα τμήματα ζωγραφικής και προετοιμασίας και αφαιρέθηκαν τα τρία, εξαιρετικά οξειδωμένα στρώματα βερνικιών που κάλυπταν ανομοιόμορφα τη ζωγραφική και το πλαίσιο. Το εκτεταμένο δίκτυο βαθιών ρωγμών στο κεντρικό διάχωρο, έχει αποδομήσει την ενότητα της μορφής, ενώ δραστικότατες απόπειρες καθαρισμού κατά το παρελθόν, έχουν καταστρέψει για πάντα τις λεπτές πινελιές των επιφανειακών ζωγραφικών στρωμάτων. Σε επιλεγμένες φθορές έγινε χρωματική συμπλήρωση, με στόχο κυρίως, την αποκατάσταση της αναγνωσιμότητας της κυριολεκτικά κατακερματισμένης μορφής του Αγίου Νικολάου.

Όσο περίπλοκα ήταν τα ζητήματα συντήρησής του, άλλο τόσο σύνθετα και εν πολλοίς αναπάντητα, ήταν και τα ερωτήματα που εγείροντο κατά τη διάρκεια των εργασιών και της τεχνολογικής μελέτης του έργου. Τα κατασκευαστικά στοιχεία και ο ζωγραφικός τρόπος μαρτυρούν με ασφάλεια, δύο φάσεις ζωής του έργου, με σημαντική χρονική απόσταση μεταξύ τους. Πρώτο κατασκευάζεται και χρυσώνεται το σύνθετο πλαίσιο, στη μορφή του μικρού αλταρίου (tabernacle frame) προοριζόμενο να δεχθεί στο κεντρικό, τετράγωνο διάχωρο, μία κυκλική σύνθεση (tondo). Πέραν του κεντρικού, λεπτού τμήματος ξύλου, το πλαίσιο έχει διαμορφωθεί από επάλληλα, λεπτά και επιμήκη τμήματα, στερεωμένα με άφθονους ξύλινους, κυλινδρικούς συνδέσμους και με σιδερένια καρφιά. Η ανάγλυφη διακόσμησή του, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της ιταλικής τεχνικής pastiglia (απουσία υφάσματος, διπλό στρώμα γύψου και κόλλας, χονδρόκοκκο το πρώτο και λεπτόκοκκο το επιφανειακό, καστανοκόκκινο αμπόλι και στιλβωτά φύλλα χρυσού). Οι εμπίεστοι βλαστοί επίσης και οι στικτοί ρόμβοι στις επίπεδες, χρυσωμένες επιφάνειες, το συνδέουν άμεσα στυλιστικά, με βενετσιάνικα πλαίσια του α΄μισού του 16ου αιώνα, δημοφιλή για έργα ιδιωτικής λατρείας. Το πλαίσιο μπορεί να κατασκευάστηκε ή και να ταξίδεψε, σαν εμπορικό προϊόν, από την περιοχή του Veneto, ενώ δεν μπορούν να αποκλεισθούν και άλλα κέντρα, μεγάλης παραγωγής ζωγραφικών έργων κατά το 16ο αι., όπως η Κρήτη. Για άγνωστο σήμερα λόγο (ακύρωση της αρχικής παραγγελίας; αθέτηση των συμφωνημένων από το ζωγράφο; μη προτίμησή του πλαισίου από κανέναν παραγγελιοδότη;) το κεντρικό διάχωρο, δε ζωγραφίστηκε ποτέ στην πρώτη αυτή φάση, όπως αδιαμφισβήτητα απέδειξε η ακτινογράφηση (κάτω από τη μορφή του αγίου Νικολάου, δεν καταγράφονται προγενέστερα ζωγραφικά στρώματα). Στη συνέχεια το πλαίσιο πρέπει να φυλάχθηκε για μεγάλο διάστημα, παρουσιάζοντας όμως φθορές, όπως η απώλεια των δύο κιονίσκων που αρχικά το πλαισίωναν εκατέρωθεν. Οι λόγοι που δικαιολογούσαν τη φύλαξη ενός τέτοιου αζωγράφιστου πλαισίου, είναι όχι μόνο η χρηματική του αξία ως ξυλείας, κατασκευής και φύλλων χρυσού, αλλά μαζί με το πρακτικό του μέγεθος και η πιθανότητα να αξιοποιηθεί για μια άλλη παραγγελία.

Παράδειγμα αποτελεί μία σχετική μαρτυρία, μεταξύ πολλών που αφορούν κρητικούς ζωγράφους του 16ου αι., στα αρχεία των νοταρίων του Χάνδακα και της Βενετικής διοίκησης του νησιού, σώζεται σε έγγραφο της 5ης Ιουλίου 1581: ο γνωστός ζωγράφος Γεώργιος Κλόντζας υποχρεώνεται με διαταγή του Δούκα να επιστρέψει στον παραγγελιοδότη του ser Piero Lando, το «σφαλιστάρι», το τρίπτυχο δηλαδή, από ξύλο καρυδιάς – la gesiolla de noghera in greco chiamato sfalistari – που είχε παραλάβει για να το ζωγραφίσει, αλλά τελικά δεν ζωγράφισε τίποτε. Διαφορετικά, θα πρέπει να πληρώσει 16 υπέρπυρα για την αξία του. (Μ. Κωνσταντουδάκη, Νέα έγγραφα για ζωγράφους του Χάνδακα από τα αρχεία του Δούκα και των νοταρίων της Κρήτης, Θησαυρίσματα, τ. 14,1977, σελ. 168-9,192-3). Από το συμβόλαιο αυτό, προκύπτει όχι μόνο η αξία του διαμορφωμένου τριπτύχου σε υπέρπυρα και το είδος του ξύλου αλλά και η πληροφορία ότι ο Piero Lando το είχε παραλάβει προηγουμένως – από έναν ξυλογλύπτη(;) από άλλο εργαστήριο ζωγραφικής ή ίσως και από κάποιον έμπορο – και το παρέδωσε έτοιμο στο ζωγράφο.

Αρκετά χρόνια μετά, δεκαετίες πιθανότατα, έρχεται η στιγμή να αξιοποιηθεί το όμορφο πλαίσιο για πρώτη φορά(;) ή για μια νέα παραγγελία: θα ζητηθεί μια εικόνα του Αγίου Νικολάου ημίτομου, με το βυζαντινό τρόπο και με την ελληνική επιγραφή ‘ο άγιος Νικόλαος’… Σχετικά με το γεωγραφικό χώρο που βρίσκεται τότε το έργο, ή για την ταυτότητα του αναθέτη, μόνο εικασίες μπορούν να διατυπωθούν. Εικονογραφικά και τεχνοτροπικά, η ζωγραφική της μορφής του δημοφιλούς, θαλασσινού αγίου, μετωπικού με κλειστό ευαγγέλιο, εγγράφεται στην τυποποιημένη πλέον, παραγωγή των ελλήνων ζωγράφων, του ύστερου 16ου αιώνα. Ήταν άραγε κατεπείγουσα η παραγγελία εξαιτίας κάποιου επικείμενου, θαλάσσιου και επικίνδυνου ταξιδιού του παραγγελιοδότη; Ή μήπως είχε ταπεινό κόστος, μια τιμή «ευκαιρίας», γιατί το κομψό πλαίσιο ήταν πια παλαιομοδίτικο και σε δεύτερη χρήση; Η ομολογουμένως πλημμελής εργασία του ζωγράφου, εφόσον μπορούμε να τον κρίνουμε μετά τέσσερεις και πλέον αιώνες, φανερώνει είτε ότι βιαζόταν πολύ, ή/και ότι δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένος με τη μορφή του παλιού, περίτεχνου πλαισίου: το νέο, παχύ στρώμα προετοιμασίας γύψου που προσέθεσε στο κεντρικό διάχωρο, σε κυκλικό σχήμα, εξαιρώντας τις γωνίες, έχει αδρή επιφάνεια, καλύπτει πρόχειρα παλιές φθορές ενώ το υλικό έχει τρέξει στις δύο κάθετες πλευρές του πλαισίου. Η μορφή του Αγ. Νικολάου επιπλέον, χαράχθηκε ως προσχέδιο, πρώτα ανεστραμμένη και μετά διορθώθηκε στη σωστή, ως προς το πλαίσιο, θέση. Ο ζωγράφος σκέφθηκε αρχικά να αξιοποιήσει την εμπίεστη διακόσμηση με ελισσόμενους βλαστούς, των 4 γωνιαίων τριγώνων και να μην τα καλύψει με προετοιμασία, εν τέλει όμως τα επιζωγράφισε με πράσινο χρώμα και λευκά φυτικά κοσμήματα. Υπολείμματα από το ίδιο σκουροπράσινο χρώμα, ολόγυρα στο πλαίσιο, φανερώνουν ότι σε αυτή τη φάση, δέχθηκε μια πρόσθετη, γραπτή διακόσμηση, πάνω από το παλιό φύλλο χρυσού και στις θέσεις των δύο χαμένων κιονίσκων, που δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να αντικατασταθούν με νέους. Ότι και αν συνέβη τότε, ο νέος κάτοχος του έργου όπως και οι μετέπειτα, σίγουρα φρόντισαν για την καλή διατήρηση του, όπως αποδεικνύουν τα τρία, οξειδωμένα στρώματα βερνικιών που το κάλυπταν και οι απόπειρες – δραστικών δυστυχώς – καθαρισμών τους, με στόχο να διακρίνεται η μορφή του προστάτη άγιου.

Πίσω στο σήμερα… μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης, ο θαλασσινός άγιος Νικόλαος αναχώρησε, με πτήση αυτή τη φορά, προς το νέο – ή το γενέθλιο άραγε(;) – τόπο του, την Ιταλία, προστατευμένος σε ειδική για τα έργα τέχνης, συσκευασία και εφοδιασμένος με τα απαραίτητα πιστοποιητικά του ελληνικού κράτους. Εκεί πρόκειται να διανύσει και άλλες δεκαετίες, του 21ου ήδη αιώνα, σιωπώντας βέβαια πάντα, για τις φουρτούνες και τα αινίγματα των πρώτων αιώνων της ζωής του.

Α Greek icon of St. Nicholas in a Venetian tabernacle frame. Restoration and history issues.

This privately owned, richly ornamented icon of unknown provenance was brought to the Benaki Conservation Laboratory in 2015, in need of urgent care. The treatment took place in two successive phases, the first focused on documentation, consolidation and structural issues and the second on cleaning and restoration. The consolidation of loose and unstable parts of the relief decoration, the paint layers and the fragmented and severely weakened by insect infestation wooden support was the first priority. The board fragments were then joined and held securely in place on a specially designed, inert mount. The cleaning of the three, successive layers of darkened varnish coatings, the restoration and further documentation relating to materials and technique, followed in 2017. Despite the fact that the original vertical pilasters or colonnettes are lost, the tabernacle frame, with its gilded, floral, pastiglia (raised patterns made of coarse and thin gesso layers) and punched decoration, seem Venetian in origin, in a taste typical for private devotional images made in Italy in the early 16th c. In contrast, the figure of St Nicholas is certainly the work of an artist familiar with the Byzantine imagery. As revealed by X-ray images, the central tondo bore no traces of an original painting. The frame might have been left aside in the workshop, sold or transported far away from Veneto and, possibly decades later, commissioned to an artist who produced a work in the greek style of the late 16th c. The icon of St Nicholas, with the saint’s name written in greek and the Italian frame, now in second use, is certainly a work of a highly decorative effect. In terms of style and iconography, St. Nicholas is fully coherent with works of mass production, prepared in workshops of greek masters, active in the Mediterranean during the late 16th and early 17th c. who were capable of producing works of alla greca e latina styles, appropriate for their multiethnic clientele. However and despite all the technical data gathered during documentation, tracing the icons’ true history and “adventures” still remains speculative. In December 2017 the icon, progressing through the 5th c. of its lifetime, restored and in a stable condition, was transported back to Italy – its place of origin, in a never ending adventure.



Η Χάρτα του Ρήγα | Rigas Velestinlis Charta

Η Χάρτα του Ρήγα ή Χάρτα της Ελλάδος είναι μεγάλων διαστάσεων χάρτης που απεικονίζει τον ελλαδικό χώρο και την ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου νότια του Δούναβη. Πρόκειται για ένα έργο του Ρήγα Βελεστινλή, από τα πιο σημαντικά έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ξεχωριστό δείγμα της ελληνικής χαρτογραφίας της προεπαναστατικής περιόδου. Ο χάρτης τυπώθηκε στη Βιέννη μεταξύ 1796-7, στο τυπογραφείο του J. Nitsch, σε 1220 αντίτυπα. Χαράκτης του ήταν ο γνωστός καλλιτέχνης της εποχής Franz Mueller. Για την εκτύπωση χρησιμοποιήθηκε ολλανδικό χαρτί τύπου “elephant”, ονομασία που σχετίζεται είτε με το μέγεθος, είτε με την ποιότητά του. Οι διαστάσεις του χάρτη, μνημειώδεις, για τα δεδομένα της εποχής, ήταν περίπου 2,1×2μ. Μέχρι ήμερα έχουν καταγραφεί 39 αντίτυπα της Χάρτας στην Ελλάδα και 19 στο εξωτερικό, τα οποία σώζονται σε μεγάλες βιβλιοθήκες και ιδιωτικές συλλογές.

Η Χάρτα ανήκει σε ιδιωτική συλλογή. Ήταν διπλωμένο σε 48 τμήματα και είχε φοδραριστεί σε λινό ύφασμα το οποίο είχε επιπλέον ενισχυθεί στο μέσο του, με λωρίδες λινού υφάσματος, σε σχήμα σταυρού, προκειμένου να ενωθούν τα τέσσερα επιμέρους τμήματα. Καθώς η κατάσταση διατήρησης της ήταν καλή αποφασίστηκε να μην αφαιρεθεί το λινό ύφασμα και να γίνουν οι λιγότερες δυνατές επεμβάσεις. Αφαιρέθηκαν οι επιφανειακοί ρύποι με στεγνό καθαρισμό και από τις δύο πλευρές. Στη συνέχεια απομακρύνθηκαν μηχανικά οι λωρίδες λινού υφάσματος που ένωναν τα επιμέρους τμήματα και ο χάρτης επιπεδοποιήθηκε με υγρασία. Κατά μήκος όλων των διπλώσεων και περιμμετρικά η Χάρτα ενισχύθηκε με λωρίδες πολυεστερικού υφάσματος (Lascaux P110) και ακρυλική κόλλα (Lascaux 498 HV), ώστε να μπορέσει με ασφάλεια να τοποθετηθεί σε τελάρο. Έγιναν στερεώσεις και συμπληρώσεις μικρής έκτασης και το έργο τοποθετήθηκε στο νέο του τελάρο. Ακολούθησε η χρωματική αποκατάσταση στα σημεία που είχαν γίνει οι συμπληρώσεις. Η τελική παρουσίαση του χάρτη, έγινε σε κορνίζα αλουμινίου βαμμένη με ηλεκτροστατική βαφή και υπέρλευκο αντιανακλαστικό κρύσταλλο με φίλτρο UV.

Rigas Velestinlis Charta is a large scale map of Greece and the Balkan Peninsula south of the river Danube. It is an important work of the Greek Enlightenment and a profound specimen of Greek cartography of the pre-revolutionary era. Engraved by Franz Mueller, a famous artist of the time, it was printed on Dutch paper by J. Nitsch in Vienna, circa 1796-7, in 1220 copies. The type of paper “elephant” may be related to either its grand size or high quality. The map, measuring approximately 2,1 x 2 m, is considered of monumental size for its time. Up to now thirty-nine prints of the Charta have been recorded in Greece and nineteen abroad, stored in libraries and private collections.

This Charta belongs to a private collection. Due to multiple folding, it was divided into 48 parts which were held well in place lined on a linen canvas during a previous conservation treatment. The lining had been additionally supported at a latter time, with extra linen bands forming a cross on the reverse. Since the state of preservation of the map was good, it was decided to restrain only to minimum interventions. Surface dirt was removed from both sides. The linen bands were removed from the reverse and the map was flattened by humidification. Bands of polyester fabric (Lascaux P110) were adhered with an acrylic adhesive (Lascaux 498HV) on the reverse, to support the folds and the edges and to ensure that the map could be later safely mounted. Consolidation and minor filling of gaps were performed. The Charta was mounted on a new stretcher and fillings were retouched. It was finally placed in an aluminum frame with powder coating, mounted with an anti-reflex crystal and UV filter.

Art deco μαύρο αδιαφανές γυαλί με επίθετο διάκοσμο από ασήμι | Art deco black opaque glass with silver overlay (video)

Η προέλευσή του σκεύους είναι άγνωστη. Κατασκευάστηκε σε υαλουργικά κέντρα της Αγγλίας, της Τσεχίας, της  Ιταλίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, ή της Αμερικής; Όλες οι χώρες θεωρούνται πιθανές και μάλιστα σε μία περίοδο που ξεκινάει το 1889 και τελειώνει στα μέσα της δεκαετίας του 1930 – την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης – η ηλεκτρολυτική εναπόθεση του ακριβού ασημιού sterling (92,5% άργυρος) πάνω σε χειροποίητο γυαλί. Δυστυχώς ελάχιστα κομμάτια κατασκευάστηκαν αργότερα!

Η τεχνική ανακαλύφθηκε από τον Oscar Pierre Erard, στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας και περιελάμβανε τη ζωγραφική του σχεδίου πάνω στο γυαλί με ένα εύτηκτο υλικό που περιείχε άργυρο αναμεμειγμένο με τερεβινθέλαιο, την τοποθέτηση του γυαλιού σε κλίβανο, τον καθαρισμό του και στη συνέχεια την εμβάπτιση του σε ένα διάλυμα αργύρου με τη συμμετοχή ηλεκτρικού ρεύματος. Το ασήμι σταδιακά ‘χτιζόταν’ στην περιοχή όπου είχε δημιουργηθεί το σχέδιο.

Η κατάσταση διατήρησής του όχι καλή. Σπασμένη βάση η οποία στο παρελθόν είχε επιπόλαια συγκολληθεί με κάποια πολυβινυλική κόλλα, αποκόλληση, στρέψη, σπάσιμο και απώλεια της ασημένιας διακόσμησης καθώς και απώλεια μικρών τμημάτων γυαλιού. Επίσης το γυάλινο πόδι, είχε πλήρως καταστραφεί.

Για την αποκατάσταση της βάσης, αφαιρέθηκαν οι παλιές κόλλες με κομπρέσες εμποτισμένες σε ακετόνη. Στη συνέχεια, τα σπασμένα, καθαρά πλέον κομμάτια, συναρμολογήθηκαν ξανά και συγκολλήθηκαν με τον πιο καθιερωμένο τρόπο συγκόλλησης γυάλινων αντικειμένων: Λεπτές ταινίες στερέωσης (Scotch® MagicTape) και εποξειδική κόλλα (Hxtal Nyl-1).

Ακολούθησε η αποκατάσταση του σχήματος των ασημένιων ‘ελασμάτων’ καθώς και η τοποθέτηση και στερέωσή τους στις αρχικές τους θέσεις.

Όσον αφορά στο πόδι, συζητήθηκε ο τρόπος συμπλήρωσής του: ανεξάρτητο στήριγμα ή ενσωματωμένο; Και εφόσον το έργο ανήκε σε ιδιωτική συλλογή και επιλέχθηκε η δεύτερη περίπτωση θα χρησιμοποιείτο γυάλινη ράβδος ‘εμφυτευμένη’ στα δύο ανεξάρτητα κομμάτια του αντικειμένου ή γυάλινη ράβδος επικαλυμμένη με χρωματισμένη εποξειδική ρητίνη (Hxtal Nyl-1) με σκόνη αγιογραφίας στο χρώμα του γυαλιού; Κατάλληλα μεν υλικά, συμβατά με τα δομικά υλικά του έργου και αντιστρέψιμα, σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας του Συντηρητή Έργων Τέχνης και Αρχαιοτήτων, όμως η αισθητική σύγχυση δεν μπόρεσε να αποφευχθεί. Ο κάτοχος του έργου δυστυχώς τις περισσότερες φορές επιθυμεί την φαινομενική ολότητά του…

The dish origin is unknown. Was it made in glassmaking centers of England, the Czech Republic, Italy, France, Austria or America? All countries are considered to be possible in a period which begun in 1889 and ended in the mid 1930s – at the time of the Great Depression – with the electrolytic deposition of the expensive sterling silver (92.5% by weight of silver) on handmade glass. Unfortunately just a few pieces were made later!

The technique was discovered by Oscar Pierre Erard in Birmingham, England. It comprised the painting of a design onto the glass with a flux containing silver mixed with turpentine, its placing in a kiln, its firing, its cooling, its cleaning and then its immersion in a solution of silver through which an electric current was passed. The silver was gradually ‘built’ in the area where the design was created.

Its state of preservation was bad. The base was broken and superficially bonded sometime in the past with some polyvinyl adhesive while its silver decoration was peeled, twisted, broken and lost. Also, a few glass chips were missing. As for the glass foot, it was completely destroyed.

To restore the base, old adhesives were removed with cotton compresses impregnated in acetone. Then the broken, cleaned pieces were reassembled and attached in the most standard way of repairing glass objects: Fine tapes (Scotch® Magic™ Tape) and epoxy (Hxtal Nyl-1)! Further, the silver decoration had to be restored, placed and fixed in its original position.

Regarding the stem its restoration method was discussed: an independent support stand or an embedded one? Since the project belonged to a private collection and the second case was preferred, would a glass rod be chosen, ‘implanted’ in the two separate pieces of the artifact or a glass rod covered with resin mixed with pigment in the color of the glass? These are suitable materials, compatible with the structure of the artifact’s constituents and reversible, according to the Code of Ethics of the conservator of Antiquities and Works of Art. However, the distinction between the authentic and new part could not be avoided. Usually the owner of a work of art desires its total aesthetic completion…